μακιγιάρω

μακιγιάρω
(αόρ. (ε)μακιγιάρισα) μετ. гримировать;

μακιγιάρομαι — гримироваться; — делать макияж


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "μακιγιάρω" в других словарях:

  • μακιγιάρω — μακιγιάρω, μακιγιάρισα βλ. πίν. 55 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • μακιγιάρω — 1. βάζω στο πρόσωπο ψιμύθια, καλλυντικά, με σκοπό τον εξωραϊσμό, ψιμυθιώνω, φτιασιδώνω 2. αλλάζω τη φυσιογνωμία ηθοποιού με τη χρήση διαφόρων καλλυντικών και άλλων ουσιών, ώστε να μοιάζει με το πρόσωπο το οποίο υποδύεται. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ.… …   Dictionary of Greek

  • μακιγιάρω — μακίγιαρα, μακιγιαρίστηκα, μακιγιαρισμένος, καλλωπίζω τον εαυτό μου ή άλλον με τις κατάλληλες ουσίες για ομορφιά ή αλλαγή των χαρακτηριστικών του προσώπου: Η τραγουδίστρια ήταν έντονα μακιγιαρισμένη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μακιγιάρισμα — το [μακιγιάρω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού μακιγιάρω, το μακιγιάζ …   Dictionary of Greek

  • αμακιγιάριστος — η, ο [μακιγιάρω] 1. αυτός που δεν έχει μακιγιαριστεί, αφτιασίδωτος 2. αυτός που έχει τη φυσική του όψη, γνήσιος, πραγματικός, ατόφιος …   Dictionary of Greek

  • μακιγιάζ — και μακιγιάρισμα, το 1. τεχνική που έχει ως σκοπό τον εξωραϊσμό τού προσώπου με τη βοήθεια καλλυντικών 2. τεχνική λεπτομερειακού φτιασιδώματος τού προσώπου ενός ηθοποιού με τη χρήση διαφόρων καλλυντικών και άλλων βοηθητικών ουσιών με σκοπό να… …   Dictionary of Greek

  • φτ(ε)ιασιδώνω — και φκιασιδώνω Ν [φτειασίδι] καλλωπίζω, μακιγιάρω …   Dictionary of Greek

  • φτιασιδώνω — φτιασίδωσα, φτιασιδώθηκα, φτιασιδωμένος, και φκιασιδώνω φκιασίδωσα, φκιασιδώθηκα, φκιασιδωμένος, βάφω με κοκκινάδι, μακιγιάρω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»